Τύπος και ουσία περί τροπολογίας

«Οι κυβερνήσεις πέφτουνε, μα η αγάπη μένει». Η αγάπη για τις ντροπολογίες. Τις φωτογραφικές και καταχρηστικώς και αντισυνταγματικώς κατατιθέμενες. Όπως αυτή για την όποια τόσα ειπώθηκαν την Παρασκευή στη Βουλή, πριν καταστεί νόμος μέσω της ονομαστικής ψηφοφορίας.

Επί της ουσίας επιτρέψτε μου να πιστεύω ότι καλώς διαγράφονται πρόστιμα τα όποια έχουν επιβληθεί σε «κρατικές επιχειρήσεις», όπως ήταν η ΣΕΚΑΠ πριν μεταβιβασθεί στον Ελληνορώσο επιχειρηματία Ιβάν Σαββίδη, προς τον οποίο εκφράζει τις ευχαριστίες της, με την συγκεκριμένη τροπολογία, η κυβέρνηση. Είναι μια θέση που έχω υποστηρίξει από τις αρχές της δεκαετίας του 80. Με αφορμή, τότε, ένα πρόστιμο που είχε επιβληθεί στην ΕΡΤ για κάποιο φορολογικό παράπτωμα.

Τέτοια πρόστιμα, σε δημόσιους φορείς, θα είχαν νόημα αν επιβάλλονταν σε βάρος των προσώπων τα οποία διέπραξαν την παρανομία και εκείνων που είχαν την ευθύνη να τα προλάβουν, να τα εμποδίσουν. Δηλαδή εκείνων που έχουν τοποθετηθεί, από την εκάστοτε κυβέρνηση, να διοικούν έναν δημόσιο φορέα. Να ισχύει δηλαδή η αρχή της προσωπικής ευθύνης. Να γίνεται καταλογισμός σε βάρος των αποδοχών και της περιούσιας εκείνων που είτε διαπράττουν ανομία, είτε δεν εφαρμόζουν τον νόμο.

Το να επιβάλλεται, απροσώπως, ένα πρόστιμο σε μια δημόσια επιχείρηση, για όσα διέπραξαν οι διοικούντες αυτήν, είναι τελικώς εμπαιγμός των πολιτών. Διότι αυτό το πρόστιμο δεν το πληρώνει στην πραγματικότητα κανείς άλλος, παρά οι φορολογούμενοι που καλύπτουν τα ελλείμματα των ΔΕΚΟ και άλλων δημοσίων οργανισμών και επιχειρήσεων, όταν ο ισολογισμός τους είναι παθητικός, όπως συνέβαινε στην περίπτωση της ΣΕΚΑΠ.

Ως προς την ουσία λοιπόν, ευχαρίστως να αποδεχτώ ότι δεν είναι δίκαιο να πληρώσει ο τωρινός ιδιοκτήτης της ΣΕΚΑΠ τα 38 εκατομμύρια του προστίμου για το λαθρεμπόριο καπνού που έκαναν οι διοικούντες την εταιρία όσο ακόμη ήταν κρατική. Αλλά η Κοινοβουλευτική Δημοκρατία έχει κανόνες. Τους οποίους αήθως και αντισυνταγματικώς παραβιάζουν οι εκάστοτε κυβερνήσεις με τις τροπολογίες τους. Και το κάνουν, προκλητικώς, οι ίδιοι άνθρωποι, που όταν ήσαν στην αντιπολίτευση, καταδίκαζαν αυτές τις μεθοδεύσεις.

Αν η σημερινή πλειοψηφία σεβόταν το Σύνταγμα, θα αποδεχόταν την πρόταση του Κυριάκου Μητσοτάκη. Να αποσύρει την τροπολογία και να την επαναφέρει νομίμως, με έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου. Αντ’ αυτού παρακολουθήσαμε την συνήθη πολιτική αθλιότητα: «Εσείς κάνατε χειρότερα». Για μια ακόμη φορά οι πολίτικοι απαξιώνουν την πολιτική.