Βρε μήπως χρειάζεται ψυχίατρος;

Τι άλλο θα ακούσουμε, σε τούτο τον τόπο; Παράγουμε ακατασχέτως «ιδέες». Και είναι ερευνητέο αν πρόκειται για έξαρση φιλοσοφίας, αντάξια των ενδόξων ημών προγόνων, ή για απόδειξη του γεγονότος ότι η βλακεία, ενίοτε, ανέρχεται ευκόλως και περιφέρεται εις τα δώματα εξουσίας.

Αφού λοιπόν την μια ημέρα με εργαλείο, προφανώς, την «μαρξιστική ανάλυση», ανακαλύψαμε, μέσω δυο βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ, ότι υπάρχουν και ταξικά δυστυχήματα, ήλε ως φυσική κατάληξη, μέσα από το «διαλεκτικό προτσές της σκέψης», η θεραπεία του κακού, την επομένη. Με τον υφυπουργό Υποδομών και Μεταφορών Νικόλαο Μαυραγάνη να προτείνει ως λύση την εφαρμογή …εισοδηματικών κριτηρίων κατά την επιβολή ποινών και προστίμων, στους παραβάτες του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας.

Μπορεί ο κ. Μαυραγάνι να μην είναι μαρξιστής, αφού δεν προέρχεται από τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά από τους ΑΝΕΛ, αλλά τι στο καλό; Μετά από τόσο στενό και έντονο συγχρωτισμό, να μην έχει μάθει κάτι;

Εξαιρετική ιδέα. Αλλά θα ήταν άδικο να έχει εφαρμογή μόνο επί τροχαίων αδικημάτων. Να την εφαρμόσουμε γενικώς. Οποίος έχει υψηλότερο εισόδημα, να καταδικάζεται, επί οιουδήποτε αδικήματος, αυστηρότερα. Και ο μη έχων επιεικέστερα. Το ότι το σύνταγμα, στο άρθρο 4 ορίζει ότι για το ίδιο αδίκημα δεν μπορεί να επιβάλλεται διαφορετική ποινή στον έναν ή τον άλλο πολίτη, είναι μια επουσιώδης λεπτομέρεια. Όπως και το γεγονός ότι αυτή η αρχή δικαίου είναι κανόνας σε όλες τις συγκροτημένες δημοκρατικές κοινωνίες.

Για να μην αδικούμε τους σημερινούς, πρόκειται απλώς για την συνήθη ελληνική πρακτική της εξουσίας. Η όποια θεωρεί πως οσάκις πέφτει πάνω σε ένα γεγονός που συνδέεται με παραβατικότητα, μπορεί να το θεραπεύει, ψηφίζοντας έναν ακόμη νόμο. Με μια «αυστηροποίηση» του ισχύοντος νομικού οπλοστασίου.

Το πρόβλημα δυστυχώς μας πάει πίσω στην εποχή του Εμμανουήλ Ροΐδη. Του μεγάλου διαφωτιστή, που τόσον αδρώς περιέγραψε την ιλαροτραγωδία της ελληνικής πολιτική ζωής, με την πολυδαίδαλο πολυνομοθεσία: Είς νόμος απαιτείται εις αυτήν τη χώραν, ο οποίος να επιτάσσει την εφαρμογήν όλων των υπολοίπων νόμων.

Αντί να εφευρίσκουμε κάθε τόσο έναν ακόμη νόμο, έχουμε ανάγκη από αγωγή σεβασμού των νόμων. Τόσο ως άτομα, ως πολίτες, όσο και ως θεσμοί. Ως κάθε μορφής εξουσία. Και εκείνο που τραγικώς μας λείπει είναι αυτή ακριβώς η αγωγή