skitso

Η στήλη “Καλημέρα κ. Πρόεδρε” ξεκίνησε να δημοσιεύεται στην “Ελευθεροτυπία” στις 16 Ιανουαρίου του 1984 και απευθυνόταν στον τότε πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου, αν και συχνότατα εκείνος ήταν η “πεθερά” για να τα “ακούνε” κάθε λογής “νύφες”. Από τους υπουργούς και τα στελέχη του “Κινήματος”, ως τους τοπικούς άρχοντες, τους επαγγελματίες εργατοπατέρες και τους συνήθεις δυνάστες των πολιτών, τους γραφειοκράτες. Αγαπήθηκε τόσο, ώστε ανέβασε την κυκλοφορία της εφημερίδας κατά δέκα έξη χιλιάδες φύλλα κατά μέσο όρο. Τιμήθηκε με το βραβείο δημοσιογραφίας και με συχνές αναφορές του περιεχομένου της από τους πολιτικούς ηγέτες, στη Βουλή.

Από το 1991 “μεταφέρθηκε” στον ημερήσιο περιφερειακό τύπο, οπού εξακολουθεί να δημοσιεύεται ως σήμερα.

 

Έχω κάνει φυλακή. Γνωρίζω πολύ καλά πόσο «βαριά ειν’ τα σίδερα». Κατά τούτο δεν είμαι αντίθετος στην επίδειξη μιας λελογισμένης επιείκειας, έναντι εκείνων πού έχουν επιδείξει ειλικρινή μεταμέλεια για τα αδικήματα που διέπραξαν. Μορφή της οποίας είναι και η δυνατότητα να λαμβάνουν κάποια άδεια κατά την διάρκεια της κράτησης τους. Με την ελπίδα ότι, οι ημέρες κατά τις οποίες θα ζουν ελεύθεροι, θα τους βοηθήσουν να επιλέξουν την επανένταξη στην κοινωνία. Αλλά…

Αλλά δεν μπορεί το μέτρο αυτό να ισχύει για τους καθ΄ έξιν δολοφόνους, βιαστές, ληστές και ναρκεμπόρους. Χωρίς να εξαιρούνται, από τους τελευταίους και εκείνοι που είναι οι ίδιοι «πρεζόνια». Διότι διαφορετικώς θα ζούμε φρικώδη εγκλήματα σαν αυτό με την σφαγή της 32χρονης Δώρας Ζέμπερη. Πολύ δε περισσότερο δεν δικαιούνται τέτοια επίδειξη επιεικείας εκείνοι οι οποίοι, όχι μόνον δεν εκδηλώνουν καμία πρόθεση μετανοίας για τα εγκλήματα τους, αλλά και επαίρονται για την «δράση» τους.

Αυτή ακριβώς είναι η περίπτωση του Κουφοντίνα. Ένας ψυχρός εκτελεστής που αφαίρεσε την ζωή δεκατριών ανθρώπων. Και όχι μόνον δεν ζητά συγνώμη –εκτός από την περίπτωση του «παράπλευρου θύματος», του νεαρού Αξαρλιάν- αλλά και κομπάζει, εκδίδοντας και βιβλίο για τα κατορθώματα του. Με τη μέγιστη εκδηλουμένη κοινωνική νοσηρότητα να έχει και …θαυμαστές, που περίμεναν έξω από τις φυλακές να τον χειροκροτήσουν. Μεταξύ των οποίων και ο έχων, επίσης, ευεργετηθεί από την επιείκεια του νόμου «επαναστάτης ληστής τραπεζών» Γιώργος Βούτσης-Βογιατζής. Γιος τους προέδρου της Βουλής. Και μέλος, μαθαίνω, της οργάνωσης «Ρουβίκωνας». (Και ο νοών νοήτω γιατί διατάχθηκε η ΕΛΑΣ, από τον κ. Βούτση, να αφήσει αμέσως ελεύθερους τους ρουβικωνιάτες εισβολείς του κοινοβουλίου, χωρίς να προλάβει να τους πάρει τα στοιχεία).

Ο φίλος μου Παύλος Μπακογιάννης, ο αδελφικός μου φίλος Μιχάλης Βρανόπουλος, δεν δικαιούνται καμία άδεια, να γυρίσουν να αγκαλιάσουν τα παιδιά τους. Ούτε ο νεαρός αστυφύλακας Χρήστος Μάτης, που τον εκτέλεσε ο Κουφοντίνας εν ψυχρώ όταν πήγαν, μαζί με τους «συντρόφους» του, να ληστέψουν την τράπεζα στα Πετράλωνα. Για να έχουν την οικονομική άνεση να στήνουν βιλάρες ο Γιωτόπουλος στους Λειψούς, ο Κουφοντίνας στο Βαρνάβα και οι Ξηροί στην Ικαρία.

Όταν ξεχνούμε τι έχουμε περάσει, ως κοινωνία, είμαστε καταδικασμένοι να τα ξαναζήσουμε. Ου μόνον από τους πρωταγωνιστές αλλά και από τους …θαυμαστές τους.

 

Ψάξτε όσο θέλετε στο διαδίκτυο. Αλλά δεν θα βρείτε πουθενά αλλού, στον πολιτισμένο κόσμο, απόφαση πρυτανείας πανεπιστημιακού ιδρύματος, με την όποια να αναστέλλει την λειτουργία του, να κλείνει τις πόρτες του, για τους λόγους που αναφέρονται στην ανακοίνωση της πρυτανείας του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών (πρώην ΑΣΟΕΕ):

«H καθημερινή πλέον παρουσία των τοξικο-εξαρτημένων ατόμων στο Ίδρυμα δημιουργεί αυξημένους κινδύνους για την υγεία και την ασφάλεια των μελών της κοινότητας, παρεμποδίζει την εκπαιδευτική λειτουργία, αποθαρρύνει τους φοιτητές να προσέρχονται στις αίθουσες διδασκαλίας, βλάπτει την ακαδημαϊκή εικόνα και προσβάλλει το κύρος του Πανεπιστημίου, η λειτουργία του οποίου εν τέλει, καθίσταται δυσχερής έως και αδύνατη υπό τις συνθήκες αυτές. Η Διοίκηση του ΟΠΑ έχει επανειλημμένως απευθυνθεί στους αρμόδιους φορείς της Πολιτείας και έχει ενημερώσει για τις δυσκολίες και τους σοβαρούς κινδύνους που δημιουργούνται από την κατάσταση αυτή, χωρίς δυστυχώς αποτελέσματα που να δείχνουν ότι το πρόβλημα αντιμετωπίζεται».

Υποθέτω ότι όταν η διοίκηση του συγκεκριμένου ΑΕΙ λέει πως ενημέρωσε όλους τους «αρμόδιους φορείς» εννοεί και το υπουργείο Παιδείας του καθηγητή Γαβρόγλου και το «Προστασίας του Πολίτη» του στρατηγού Τόσκα και το υπουργείο Υγείας του πολυπράγμονος και λαλίστατου συντρόφου Πολάκη.

Και βεβαίως όσα συμβαίνουν στο συγκεκριμένο πανεπιστημιακό ίδρυμα, τα όποια έκπληκτοι διαπιστώνουν οι διερχόμενοι από την Πατησίων, δεν είναι πρωτοφανή. Τα ίδια ακριβώς συμβαίνουν και έξω από την Νομική Σχολή. Στην καρδιά της Αθήνας. Και τα όποια είχα περιγράψει προ ετών, όταν άλλοι βρίσκονταν στην εξουσία. Όταν και τότε, ένας πρύτανης κατηγορούσε τις «αρμόδιες αρχές», ότι, αν και τις έχει ενημερώσει εγγράφως, δεν έχουν κάνει τίποτε. Τα ίδια, διαβάζω, συμβαίνουν και στον περίγυρο σχολών της Θεσσαλονίκης.

Αν όμως οι «αρμόδιες αρχές» αποδεικνύονται, διαχρονικώς και διακομματικώς, ανίκανες να προστατευόσουν τα πανεπιστήμια, μήπως οι ίδιες οι διοικήσεις τους θα πρέπει να κάνουν κάτι περισσότερο από το να «ενημερώνουν αρμοδίως»; Να πάψουν να πετούν εγγράφως το μπαλάκι, σε απρόθυμους; Να λάβουν μέτρα προστασίας των φοιτητών αλλά και των ιδίων; Να κάνουν μια ορθολογικότερη ερμηνεία του πανεπιστημιακού ασύλου, που δεν έχει θεσπισθεί για να διευκολύνει το ναρκεμπόριο; Να ζητούν αμέσως, κάθε μέρα, την επέμβαση της αστυνομίας, απευθυνόμενοι κατευθείαν στην δίωξη ναρκωτικών και όχι στον εκάστοτε Τόσκα ή Γαβρόγλου;

Έλεος πια με αυτό το παιγνίδι της μετάθεσης ευθυνών.

 

Η ζωή αποδεικνύει ότι δικαιώνεται καθημερινώς η γνωστή ρήση του Κωνσταντίνου Καραμανλή κατά την οποία είμαστε ένα «απέραντο φρενοκομείο». Φροντίζουν γι’ αυτό όλες οι …συνιστώσες του δημοσίου βίου μας. Αρχίζοντας από τους φορείς της εξουσίας και τους εν ενεργεία και …εφεδρεία κοινοβουλευτικούς. Και καταλήγοντας στους διαφόρων τάσεων, αποχρώσεων και ειδών σχιζοφρένειας «επαναστάτες». Στην παράγωγη των οποίων ασφαλώς και διεκδικούμε την πρώτη θέση στην Ευρώπη.

Στη βουλή ακούμε τον πρώην υπουργό Δικαιοσύνης των Συριζανέλ καθηγητή Νίκο Παρασκευόπουλο να καμαρώνει για την αποτελεσματικότητα του νόμου «περί αποσυμφόρησης των φυλακών. που είναι το βασικό του «επίτευγμα». Για το γεγονός δηλαδή ότι, σε μια χώρα της οποίας οι κάτοικοι ζουν υπό τον συνεχή τρόμο της εγκληματικότητας, τα τελευταία δυο χρόνια αποφυλακίσθηκαν, με τις διατάξεις του νόμου του, δέκα χιλιάδες κατάδικοι. Ληστές, βιαστές, δολοφόνοι, ναρκέμποροι, κάθε καρυδιάς καρύδι. Και τώρα, μετά από τέτοια …επιτυχία, να προβλέπει ότι κάποιος θα βρεθεί να καταργήσει αυτόν τον νόμο του!!! Με τους έρημους τους αστυνομικούς να αναρωτιούνται γιατί να βάζουν τη ζωή τους σε κίνδυνο, να συλλάβουν κάποιον ένοπλο, αφού αυτός θα πάρει ταχύτατα το αποφυλακιστήριο του.

Εντός, εκτός και επί ταύτα του κοινοβουλίου, παρακολουθούμε την συντεχνιακή δραστηριότητα των κυρίων και κυριών τέως βουλευτών. Που διεκδικούν αναδρομικώς τεράστια ποσά, ως …διαφυγόντα κέρδη. Λες και λίγα έχουν πληρώσει οι φορολογούμενοι, αυτοί που έχουν δει το εισόδημα τους να εξανεμίζεται, για να μπορούν οι κοινοβουλευτικοί μας να διαβιούν αξιοπρεπώς.

Εκτός βουλής, στο «αυτόνομο κράτος των Εξαρχείων», αλλά και σε όλες τις γειτονίες των αστικών κέντρων, παρακολουθούμε να ξεπηδούν, η μια μετά την άλλη, ποικιλώνυμες «επαναστατικές» οργανώσεις θολωμένων μυαλών Που αισθάνονται ότι τους αδίκησε η ζωή γιατί δεν γεννήθηκαν λίγες δεκαετίες πριν, στη Λατινική Αμερική, να έχουν κάτι από την δόξα του «Τσε» ή του Ορτέγκα. Με τελευταίο απόκτημα τους …επαναστατικούς πυρήνες χορτοφάγων, που απειλούν να κάψουν τα ανά την επικράτεια κρεοπωλεία. Ξεκινώντας, φυσικά, από ένα χασάπικο στα Εξάρχεια.

Περισσότερο φρενοκομείο γίνεται; Μη κάνετε το λάθος να απαντήσετε «όχι δεν γίνεται». Διότι, στη ζωή, δυστυχώς, η κάθε μέρα αποδεικνύει ότι πάντα υπάρχουν και χειρότερα. Ποιος ξέρει τι, ακόμη, μέλλεται να δούμε και να ζήσουμε, έτσι καθώς αυξάνονται τα θολωμένα; μυαλά τόσο στο εποικοδόμημα όσο και στα θεμέλια της κοινωνίας μας.

 

Σκάνδαλα συμβαίνουν παντού. Ακόμη και στις χώρες με υψηλό βαθμό πολιτικού πολιτισμού. Ενίοτε επιστρατεύονται και ψευδείς καταγγελίες για δήθεν σκάνδαλα πολιτικών αντιπάλων. Εκτοξευόμενες είτε αμέσως από πολιτικούς, είτε δια φιλικών τους μέσων ενημέρωσης, σε κρίσιμες περιόδους, ως «κτυπήματα κάτω από την ζώνη». Εκείνο όμως που μας κάνει να ξεχωρίζουμε είναι οι συνθήκες αντιμετώπισης του λόγου των πολιτικών, όταν αυτός φεύγει των ορίων του νόμου. Η κοινωνική και δικαστική αδράνεια απέναντι στους λασπολόγους.

Στα πλαίσια ενός κοινωνικού και πολιτικού μιθριδατισμού, για τον οποίο έκανα λόγο σε προηγούμενο σημείωμα της στήλης, έχουμε αποδεχτεί ως …κανονική πραγματικότητα την λειτουργία ανεμιστήρων που εκτοξεύουν λάσπη προς πάσα κατεύθυνση. Σε τέτοια έκταση και ένταση, ώστε συχνάκις να μεταβάλλεται ο δημόσιος βίος σε λασπότοπο.

Δεν αναφέρομαι στην υπόθεση της κ. Μαρέβα Μητσοτάκη, με τις καταγγελίες για την εξωχώρια εταιρία της στον φορολογικό παράδεισο των νήσων Κέϊμαν. Διότι στην περίπτωση αυτή υπάρχει ένα δεδομένο. Η σύσταση της εταιρίας. Μπορεί να είναι πράγματι «περσινά ξινά σταφύλια», αφού η υπόθεση έχει γίνει δημοσίως γνώστη εδώ και χρόνια, η δε εταιρία έχει πάει να λειτουργεί επίσης εδώ και χρόνια. Δέχομαι και το «ελαφρυντικό» μιας δραστηριότητας που αναπτύχθηκε στα χρόνια που το ζεύγος ήταν σε διάσταση.

Αλλά ακόμη και για την εν διαστάσει σύζυγο του καίσαρος –ου μην και του επιδόξου- ισχύει ο κανόνας ότι πρέπει, όχι μόνον να είναι, αλλά και να φαίνεται τιμία. Και η επιλογή ενός «φορολογικού παραδείσου», για τις οικονομικές οιουδήποτε φυσικού η νομικού προσώπου, μόνον αρετής δεν όζει. Αλλιώς δεν θα ήταν είδηση η αποκάλυψη των «παραδείσιων εγγράφων».

Αναφέρομαι στην λάσπη που εκτόξευσε ο καθ έξιν λασπολόγος Πάνος Καμμένος κατά Σταύρου Θεοδωράκη. Επιχειρώντας να παρέμβει στις διεργασίες για την συγκρότηση της Κεντροαριστεράς. Ότι «τον χρηματοδοτούν εργολάβοι». Σε οποιαδήποτε αληθώς δημοκρατική χώρα, όποιος εκτόξευε μια τέτοια κατηγορία, θα υποχρεωνόταν αμέσως να προσκομίσει τις αποδείξεις του. Άλλως θα καταδικαζόταν για συκοφαντία.

Εδώ έχουν περάσει τέσσερα χρόνια και ο Καμμένος δεν έχει ακόμη δικασθεί για την προτροπή «λυντσάρετε τον Πάχτα». Ενώ για άλλες συκοφαντίες του, όταν κατονόμαζε τον Ανδρέα και άλλα στελέχη του ΠΑΣΟΚ ως ,,,τρομοκράτες της «17 Νοέμβρη», μετά από σειρά ετών, καταδικάσθηκε σε χρηματικές ποινές, βολικές για τον οικογενειακό του μπεζαχτά.

 

Ασφαλώς και δεν είναι προς ψόγον το γεγονός ότι οι δικαστικοί προσφεύγουν στο «Μισθοδικείο» προκειμένου να ανατρέψουν τις κυβερνητικές αποφάσεις, απότοκες της αποδοχής του νέου, «αριστερού», τρίτου μνημονίου, ή και των παλαιότερων. Αλλά θα ήταν ευχής έργο οι διαδικασίες για την προστασία όλων των πολιτών, που επίσης έχουν υποστεί ανάλογες περικοπές στις συντάξεις τους, αλλά και θα υποστούν νέες από την πρωτοχρονιά του 2019, βάσει του «νόμου Κατρούγκαλου, να κινούνται με την ίδια, εκπληκτική ταχύτητα, που κινούνται εκείνες για το εισόδημα των δικαστικών.

Διότι είναι πράγματι εκπληκτικό, ότι το «Μισθοδικείο» καλείται, εντός των ημερών, να αποφανθεί επί της προσφυγής ανωτάτου δικαστικού που κατατέθηκε μόλις την 1η Οκτωβρίου. Ενώ με την ίδια ταχύτητα διεκπεραιώνονται οι διαδικασίες και άλλων προσφυγών δικαστικών, είτε ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είτε ενώπιον του Ελεγκτικού συνεδρίου.

Ουδείς μπορεί να διαφωνήσει με την επιχειρηματολογία των δικαστών, από την όποια είναι χρήσιμο να παραθέσω δύο αποσπάσματα:

  1. Οι περικοπές των συντάξεων, υπερβαίνουν τα όρια που θέτουν οι συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη και δεν μπορεί να είναι κατώτερες του 80% των αποδοχών των εν ενεργεία δικαστικών λειτουργών.  

Αλλά μήπως η αρχή της συνταγματικώς κατοχυρωμένης ισότητας και αναλογικότητας δεν μπορεί να ισχύει μόνο για τους δικαστές; Αυτό το 80%, αν είναι το αποδεκτό όριο, δεν ισχύει και για υπαλλήλους, εργάτες, νοσηλεύτριες, εκπαιδευτικούς, πυροσβέστες; 2. Η περικοπή δεν μπορεί να παραβιάζει αυτό που αποτελεί τον συνταγματικό πυρήνα «του κοινωνικοασφαλιστικού δικαιώματος». Δηλαδή τη χορήγηση στον συνταξιούχο παροχών τέτοιων που «να του επιτρέπουν να διαβιώνει με αξιοπρέπεια, εξασφαλίζοντας παράλληλα τους όρους όχι μόνο της φυσικής του υποστάσεως (διατροφή, ένδυση, στέγαση, βασικά οικιακά αγαθά, θέρμανση, υγιεινή και ιατρική περίθαλψη όλων των βαθμίδων), αλλά και της συμμετοχής του στην κοινωνική ζωή με τρόπο που δεν αφίσταται, πάντως, ουσιωδώς από τις αντίστοιχες συνθήκες του εργασιακού βίου».

Αλλά το δικαίωμα στην αξιοπρεπή διαβίωση δεν το έχουν και οι οικοδόμοι, οδοκαθαριστές, γιατροί, δικηγόροι, οι χήρες και τα ορφανά όλων των εργαζομένων;

Μήπως, τηρώντας ακριβώς την αρχή της ισότητας, οι λειτουργοί της Θέμιδος, θα έπρεπε να διεκπεραιώνουν με την ίδια ταχύτητα και τις προσφυγές απλών πολιτών, που ζουν κάτω και από το όριο της φτώχειας;

Ου μόνον «τα καλά και συμφέροντα» ταις…συντεχνίαις ημών.

 

Φόρτωση περισσότερων