Μια ζωή με δύο λόγια

Γεννήθηκα στον Πειραιά το 1944 και μεγάλωσα στην Κοκκινιά. Χρωστάω το ζην το ευ ζην και πολλά περισσότερα σε εκείνη που ονομάζω Μάνα μου, αν και τυπικά ήταν γιαγιά μου, την Αννέτα Μασσαβέτα, στην οποία και είναι αφιερωμένο το βιβλίο «Γυναικείες Ιστορίες». Χρωστάω επίσης ευγνωμοσύνη στις Μικρασιάτισσες γυναίκες της Κοκκινιάς που άρμεγαν το στήθος τους για να μου δώσουν λίγο γάλα όταν δύο μηνών βρέθηκα χωρίς μητέρα. Αλλά για το ευ ζην χρωστάω ένα μεγάλο ευχαριστώ στον αλησμόνητο καθηγητή πρωτοπρεσβύτερο Δημήτρη Χολέβα, φιλόλογο, παθιασμένο δάσκαλο της Γλώσσας και της Ιστορίας του Έθνους μας, αλλά και μεγάλη μορφή της Εθνικής Αντίστασης.
Η πρώτη μου δουλειά από πέντε έως δεκατεσσάρων ετών ήταν μικροπωλητής μαναβικής. Ξεκίνησα να γράφω σε τοπικές εφημερίδες, από το 1958, και τελικά παρέμεινα δημοσιογράφος, αν και φιλοδοξούσα να γίνω χημικός-μηχανικός. Υπήρξα πολιτικός συντάκτης, αρθρογράφος και αρχισυντάκτης σε πολλές εφημερίδες. Αλλά η στήλη που σημάδεψε την πορεία μου ήταν το «Καλημέρα κ. Πρόεδρε» στην Ελευθεροτυπία, την δεκαετία του ’80.
Υπήρξα Γραμματέας της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη Νικαίας-Κορυδαλλού, από το 1963, υποψήφιος της ΕΔΑ με την Ενωμένη Αριστερά στη Φωκίδα το 1974 και στο ψηφοδέλτιο του ΠΑΣΟΚ το 1981 – όπου ήλθα δέκατος ελλείψει ενδεκάτου. Το 1984 εκλέχθηκα αναπληρωματικό μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΠΑΣΟΚ αλλά τα χρονογραφήματα μου, και η δημόσια παραίνεση του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Καραμανλή προς δημοσιογράφους και πολιτικούς “όχι μόνο να τον διαβάζετε, αλλά και να τον μελετάτε”, με οδήγησαν σε λίγους μήνες σε μια διαγραφή με συνοπτικές διαδικασίες.
Το 1988 επιχειρήθηκε η ηθική μου εξόντωση με πλαστά έγγραφα με τα οποία προσπάθησαν να με εμφανίσουν “Πράκτορα της ΚΥΠ”. Μετά από δικαστικό αγώνα τεσσάρων ετών και μετά από επτά προκλητικές αναβολές ο δράστης αναγκάσθηκε να κάνει δήλωση με την οποία πήρε πίσω την άτιμη συκοφαντία. Δεν κυνήγησα δικαστικά κανέναν άλλο πέρα από την “Αυριανή”, που είχε πρωταγωνιστήσει στην εκτόξευση της λάσπης, γεγονός για το οποίο καταδικάστηκε τελεσεδίκως.
Από την περιπετειά μου αυτή έμαθα να μετράω τους αληθινούς φίλους. Σαν τον Γιώργο Βότση, τον Γιάννη Καλαϊτζή, τον Δήμο Μαυρομάτη, τον Αλέξη Οικονομίδη, τους παιδικούς μου φίλους, που μαζί με την συντροφισσά μου Ιφιγένεια, μοιράσθηκαν κάθε στιγμή της δοκιμασίας μου. Και έμεινα επίσης έκπληκτος από το ήθος του Κωστή Στεφανόπουλου, ενός ανθρώπου με τον οποίο δεν είχε καμία ιδιαίτερη γνωριμία, αλλά τον πρότεινα ως μάρτυρα επειδή είχε διετελέσει πολιτικός προϊστάμενος της ΚΥΠ. Ενώ πολλοί άλλοι κουράστηκαν από τα δικαστικά τερτίπια με τις συνεχείς αναβολές, αυτός δεν έλειψε ούτε μια φορά από το δικαστήριο.
Το χρηματικό έπαθλο από το βραβείο του ιδρύματος Μπότση το διέθεσα στο χωρίο καταγωγής μου, τον “Αθανάσιο Διάκο” για να αναστηλωθούν οι πέτρινες βρύσες του.