skitso

Η στήλη “Καλημέρα κ. Πρόεδρε” ξεκίνησε να δημοσιεύεται στην “Ελευθεροτυπία” στις 16 Ιανουαρίου του 1984 και απευθυνόταν στον τότε πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου, αν και συχνότατα εκείνος ήταν η “πεθερά” για να τα “ακούνε” κάθε λογής “νύφες”. Από τους υπουργούς και τα στελέχη του “Κινήματος”, ως τους τοπικούς άρχοντες, τους επαγγελματίες εργατοπατέρες και τους συνήθεις δυνάστες των πολιτών, τους γραφειοκράτες. Αγαπήθηκε τόσο, ώστε ανέβασε την κυκλοφορία της εφημερίδας κατά δέκα έξη χιλιάδες φύλλα κατά μέσο όρο. Τιμήθηκε με το βραβείο δημοσιογραφίας και με συχνές αναφορές του περιεχομένου της από τους πολιτικούς ηγέτες, στη Βουλή.

Από το 1991 “μεταφέρθηκε” στον ημερήσιο περιφερειακό τύπο, οπού εξακολουθεί να δημοσιεύεται ως σήμερα.

 

Στην περίπτωση της νεαρής πανεπιστημιακού Ηριάννας Β.Λ. έχουμε δύο ειδών αντιδράσεις. Από την μία είναι ο αγώνας κάποιων πνευματικών ανθρώπων, που δεν φορούν κομματικό καπέλο, ή παρωπίδες πολιτικής σκοπιμότητας. Όπως για παράδειγμα της φίλης μου Έλενας Ακρίτα. Αγώνας υπέρ του δικαιώματος να έχει μια δεύτερη ευκαιρία, καθώς υπάρχουν ενδείξεις δικαστικού λάθους, κατά τον πραγματογνώμονα γενετιστή που όρισε η οικογένεια της, ως προς την αξία του DNA που βρέθηκε σε γεμιστήρα, εκτός όπλου. Από την άλλη είναι η «χρυσή ευκαιρία» που άρπαξαν οι «γνωστοί-άγνωστοι» κουκουλοφόροι μπαχαλάκηδες να ξεσπάσουν πάνω στα καταστήματα 67 ανθρώπων και στα αυτοκίνητα κάποιων άλλων.

Όλες οι καταστροφές έγιναν «στο όνομα της Ηριάννας». Αλλά την ρώτησαν αν συμφωνεί; Όχι βέβαια. Έχουν το «δικαίωμα» να αποφασίζουν και να δρουν, για σένα, για μένα, «χωρίς εμένα», όπως τραγουδούσε ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου. Ποιοι «μπαχαλάκηδες» μπορούν να εκφράσουν εκείνο που πράγματι θέλει η κοπέλα, πιστότερα από την ίδια, όπως το εξέφρασε στον πατέρα της, και εκείνος το είπε δημοσίως μιλώντας στην τηλεόραση του «Αντένα»;

«Η Ηριάννα θέλει να πάρει τη ζωή της πίσω, διότι σαν άνθρωπος, και από τη μεριά της και από τη μεριά της οικογένειάς της, δεν ανήκει πουθενά, δεν είναι πολιτικοποιημένη. Εκείνο που την ενδιέφερε ήταν μόνο η επιστήμη της, στην οποία ήταν ταγμένη. Εγώ όταν άκουσα πάλι την απολογία της, έμεινα έκθαμβος για τα πράγματα που έχει κάνει αυτό το παιδί. Ήταν η προσπάθεια τόσων δεκαετιών σαν οικογένεια να αναθρέψουμε σωστούς ανθρώπους -και την Ηριάννα και τον γιο μου».

«Το πρωί που μίλησα μαζί της, έμαθε τι έγινε. Διαφωνεί και εκείνη και η οικογένεια κάθετα με αυτά που έγιναν στην Αθήνα. Κάθετα! Δεν έχει καμία δουλειά η υπόθεσή της με αυτά που έγιναν...Λυπάμαι πάρα πολύ που κάποιοι άνθρωποι, στο όνομα της Ηριάννας, βρίσκονται σε δυσκολότερη οικονομική κατάσταση».

Θα το ξαναπώ: Είναι σκληρό να μείνει αθώος, έστω και μια ημέρα φυλακή. Αλλά αυτό, στις δημοκρατίες, δεν αποφασίζεται ούτε από πολιτικούς ούτε από δημοσιογράφους. Μόνον από τους δικαστές. Που ασφαλώς κάνουν και λάθη. Αλίμονο όμως αν τους αντικαταστήσουμε με πολιτικές αποφάσεις ή με «λαϊκά δικαστήρια» …κουκουλοφόρων.

Θεός φυλάξοι την κοπέλα από τον όχλο των… «φίλων» της. Και όχι μόνον αυτήν. Θυμηθείτε και την Ειδομένη.

 

Γνώρισα πολύ καλά στο πετσί μου, τι θα πει διατεταγμένη δικαιοσύνη. Όχι μόνον όταν πέρασα στρατοδικείο. Αλλά και στα χρόνια αποθέωσης της «δημοκρατικής Αλλαγής». Όταν η μήνυση μου κατά του μακαρίτη Θεοφάνη Τόμπρα, για τη λάσπη που είχε εκτοξεύσει εναντίον μου, σερνόταν επί σχεδόν τέσσερα χρόνια με επτά συνολικές αναβολές, με τις πιο κωμικές δικαιολογίες. Ακόμη και επειδή κάποια από αυτές τις φορές ήταν κρατούμενος στον Κορυδαλλό για άλλη υπόθεση. Λες είναι δύσκολο να γίνει μεταγωγή ενός κρατουμένου για να εμφανισθεί σε μια δίκη.

Ξεκίνησα λοιπόν με αυτή την αναφορά στο παρελθόν, για να είναι κατανοητή η στάση μου, απέναντι σε όσα διαδραματίζονται σήμερα. Σε όσα ακούμε και διαβάζουμε, με μορφή επισήμων σχολίων, σχετικώς με την απόρριψη, από δικαστές, του αιτήματος αποφυλάκισης της κρατουμένης με το όνομα Ηριάνα, που έχει καταδικασθεί σε 13 χρόνια κάθειρξη για συμμέτοχη σε τρομοκρατική οργάνωση. Ιδίως όσα εκφέρονται , από στόματος του τε πρωθυπουργού και του αρμοδίου υπουργού Δικαιοσύνης, του επί παντός αρμοδίου κυβερνητικού εκπροσώπου, αλλά και του αυτοανακηρυχθέντος ως κριτή των κριτών αθυρόστομου κ. Πολάκη.

Ως άνθρωπος που έχει γνωρίσει τι θα πει φυλακή και απομόνωση, πόσο βαριά είναι και μια μέρα ακόμη πίσω από τα σίδερα, είναι φυσικό να είμαι προδιατεθειμένος υπέρ του αιτήματος οιουδήποτε, εφόσον δεν έχει αποδειχθεί τελεσιδίκως ότι είναι ένας στυγνός και επικίνδυνος εγκληματίας, να κερδίσει έστω και μια ημέρα ελευθερίας.

Αλλά, ως άνθρωπος που έχει γνωρίσει τι θα πει διατεταγμένη, από τους μηχανισμούς πολιτικής εξουσίας, «Δικαιοσύνη», και ως πολίτης μιας, υποτίθεται, ευνομούμενης δημοκρατικής ευρωπαϊκής κοινωνίας, αγωνίζομαι ώστε να ισχύει πράγματι η συνταγματική διάκριση των εξουσιών. Οπότε είναι για μένα απαράδεκτη η αξίωση όλων των κυβερνητικών στελεχών να εκτελούν οι δικαστές «παραγγελιές» των πρωθυπουργών, των υπουργών, η των Πολάκηδων. Όσο απαράδεκτα είναι και όσα συμβαίνουν με την «δικαιοσύνη» τύπου Έρντογαν.

Στις δημοκρατίες πάντα υπάρχει η δυνατότητα διόρθωσης ενός λάθους. Απόδειξη η τόσο νωπή αθώωση, από το εφετείο, του επίσης καταδικασθέντος, πρωτοδίκως, για τρομοκρατία, Τάσου Θεοφίλου.

Είναι σκληρό να μείνει αθώος, έστω και μια ημέρα φυλακή. Αλλά αυτό, στις δημοκρατίες, δεν αποφασίζεται ούτε από πολιτικούς ούτε από δημοσιογράφους. Μόνον από τους δικαστές. Που ασφαλώς κάνουν και λάθη. Αλίμονο όμως αν τους αντικαταστήσουμε με πολιτικές αποφάσεις η με «λαϊκά δικαστήρια».

 

 

Η σαρανταδυάχρονη Αθηνά από τα Γιαννιτσά, υποτίθεται ότι ήταν από τους τυχερούς αυτής της κρίσης. Διότι σήμερα είναι μεγάλη τύχη να έχεις δουλειά. Και η Αθηνά είχε. Εργαζόταν στο εκεί κατάστημα μεγάλης αλυσίδας ειδών παντοπωλείου, που δραστηριοποιείται αποκλειστικώς στη Μακεδονία και τη Θράκη. Μόνο που οι εργοδότες της είχαν …ξεχάσει ότι πρέπει και να την πληρώνουν. Δεκαπέντε μήνες απλήρωτη. Αλλά εκείνη έπρεπε να συνεχίσει να πληρώνει. Και τη ΔΕΗ και τον ΟΤΕ, και το κινητό της, και όλους τους τρέχοντες λογαριασμούς. Δηλαδή να ζητιανεύει δανεικά.

Όσοι ζούμε ανάμεσα στους υπολοίπους συνάνθρωπους μας και γνωρίζουμε τι τραβά ο ένας και ο άλλος, δεν αισθανόμαστε καμία έκπληξη για όλα αυτά. Η Αθηνά δεν ήταν ο μόνος άνθρωπος που εργάζεται χωρίς να πληρώνεται. Χιλιάδες συνάνθρωποι μας βρίσκονται σε παρόμοιο θέση. Παρόμοια. Αλλά όχι την ίδια. Πρώτον διότι είναι άλλο να αργούν δυο-τρεις μήνες να σε πληρώσουν και άλλο δεκαπέντε. Και δεύτερον διότι η Αθηνά έσερνε ήδη ένα βαρύ ψυχικό φορτίο. Στα πρώτα χρόνια της κρίσης, ο πατέρας της, που διατηρούσε βιοτεχνία μεταλλικών ειδών, δεν άντεξε την χρεοκοπία και αυτοκτόνησε και εκείνος.

Αν έψαχνα στο αρχείο της «Αυγής» εκείνης της περιόδου, ασφαλώς θα εύρισκα πικρότατα σχόλια για τους τότε κυβερνώντες, στους οποίους θα επέρριπτε την ευθύνη για την αυτοκτονία του μικρού βιοτέχνη. Στην σημερινή «Αυγή», ευτυχώς υπάρχει ένα σχόλιο του Θανάση Καρτερού, για να σώζεται η τιμή της αριστερής εφημερίδας. Ένα σχόλιο με το οποίο επιρρίπτονται ευθύνες στο υπουργείο Απασχόλησης και ειδικότερα στον Γενικό Γραμματέα του, τον αχθοφόρο μεγάλου ονόματος κ. Νεφελούδη.

Αυτός ο «σύντροφος», έσπευσε να δηλώσει, για την περίπτωση της Αθηνάς, ότι «το υπουργείο έκανε τη δουλειά του, αλλά ευθύνεται η δικαιοσύνη». Δηλαδή πως την έκανε τη δουλειά του, όταν αυτή η επιχείρηση παραβιάζει κατ’ εξακολούθηση, επί τόσους μήνες, την εργατική νομοθεσία; Με θύματα, όχι μόνον την Αθηνά αλλά και εκατοντάδες συναδέλφους της; Με το να στείλει απλώς ένα χαρτί στον εισαγγελέα και …ξεμπερδέψαμε;

Και ποια είναι αυτή η δικαιοσύνη που δεν έκανε καλά τη δουλειά της; Αυτή της οποίας ηγείτο, ως πριν λίγες ήμερες, η όψιμη συντρόφισσα Βασιλική Θάνου; Αύτη της οποίας πολιτικός προϊστάμενος είναι ο σύντροφος Κοντονής; Δεν αισχύνεσθε να δικαιολογείσθε με τέτοιες μπούρδες;

 

 

Οι κυβερνητικοί μηχανισμοί ενημέρωσης, μας προετοιμάζουν, με την μέθοδο των διαρροών, για το γεγονός ότι σήμερα-αύριο αναμένεται να «βγούμε στις αγορές». Η κυβέρνηση θα ανοίξει βιβλίο πρόσφορων, για ένα πενταετές ομόλογο. Και προσδοκά να πετύχει ένα «καλό επιτόκιο». Μας εξηγούν δε ότι «καλό» θα είναι ένα επιτόκιο γύρω στο 4,9%. Χαράς ευαγγέλια. Θα ξαναγυρίσουμε στα τοκογλυφικά επιτόκια της περιόδου Κώστα Καραμανλή. Το τελευταίο δάνειο του οποίου, το 2017, ήταν με επιτόκιο 4,95%.

Είναι χαρούμενοι και περήφανοι στην κυβέρνηση για αυτή την …ηρωική έξοδο στις αγορές. Και παριστάνουν ότι δεν τρέχει τίποτε. Ότι δεν γνωρίζουν πως την ίδια ώρα, οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ακόμη και εκείνες που μπήκαν στα μνημόνια πριν από μας, αλλά βγήκαν από αυτά πολύ πριν από μας, τρέχουν στη Φραγκφούρτη για τις δανειακές ανάγκες τους. Και τι επιτόκιο πληρώνουν στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, όσο ακόμη ισχύει το πρόγραμμα «ποσοτικής χαλάρωσης» του Ντράγκι; Θυμίζω τις σχετικές ανακοινώσεις, από τα μέσα Ιανουαρίου, όταν αποφασίσθηκε η επέκταση του προγράμματος ως το τέλος του 2017:

«Αναλυτικότερα, κατά τη σημερινή του συνεδρίαση, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ αποφάσισε ότι το επιτόκιο των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης καθώς και τα επιτόκια της διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης και της διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων θα παραμείνουν αμετάβλητα σε 0,00%, 0,25% και -0,40% αντιστοίχως».

Αλλά, εμείς, για μια ακόμη φορά, το χάσαμε το τραίνο, προς το «φθηνό χρήμα του Μάριο». Το χάσαμε με την αξιολόγηση που δεν ολοκληρώθηκε εγκαίρως, στις αρχές του περασμένου Δεκεμβρίου, ούτε καν στις αρχές του 2017. Αλλά και με τα μέτρα για την «βιωσιμότητα» του ελληνικού χρέους, που δεν καταφέραμε να τα πετύχουμε.

Βρισκόμαστε στην ίδια θέση που περιέγραφα τον Μάρτιο του 2015: «Ε, δεν θα την έλεγε κανείς και αξιοζήλευτη την κατάσταση μας. Θυμίζει μάλλον την παλιά ειρωνική ρήση «την ώρα που έβρεχε λεφτά, εμείς κρατούσαμε ομπρέλα». Αυτό ακριβώς συμβαίνει στις μέρες μας. Ο επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μάριο Ντράγκι, ανακοίνωσε και επισήμως, από την Λευκωσία, ότι ανοίγει ο ουρανός της ΕΚΤ και ρίχνει βροχή από δισεκατομμύρια. Πάνω από ένα τρισεκατομμύριο, συνολικώς, για την χρηματοδότηση της ευρωπαϊκής οικονομίας».

 

Είμαστε άρχοντες εμείς. Δεν καταδυόμαστε ούτε το 0% του Ντράγκι, ούτε το 1% του Ρέγκλινγκ. Έχουμε και μπορούμε να πληρώσουμε 5%.

 

 

Η έξοδος της χώρας από το καθεστώς του υπερβολικού ελλείμματος είναι ένα ευχάριστο μήνυμα. Για το οποίο δικαιούται πράγματι να παινεύει εαυτόν και την κυβέρνηση του ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας. Με λίγη περισσότερη γενναιοφροσύνη και πολιτική ορθότητα, θα έπρεπε να πει μια καλή κουβέντα και για το έργο των προηγουμένων κυβερνήσεων επ' αυτού. Διότι πάνω σε αυτό το έργο πάτησε η δική του κυβέρνηση. Αλλά τέτοιου είδους πολιτικό πολιτισμό, δεν μας έχουν συνηθίσει, να επιδεικνύουν, οι ηγέτες μας. Ούτε ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης τον επιδεικνύει, όταν, με τις δηλώσεις του, επιχειρεί να απαξιώσει πλήρως την σημασία του γεγονότος.

Είναι βεβαίως αλήθεια ότι, πρακτικώς, δεν πρόκειται να αλλάξει τίποτε, προς το καλύτερο, στη ζωή των πολιτών. Αυτών που πράγματι δικαιούνται όλους τους επαίνους, για όσα υφίστανται από το 2008 και εντεθέν. Για όσα στερήθηκαν, στερούνται και θα συνεχίσουν να στερούνται, επί πολλά χρόνια ακόμη. Γιατί η κρίση μπορεί να κορυφώθηκε με τα διψήφια ελλείμματα της περιόδου 2008-2009. Τα οποία, με κωμικό τρόπο προσπάθησε να μασκαρέψει η κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή. Με τα, διεθνώς καταγέλαστα «Greek statistics», του Γιάννη Παπαθανασίου. Αλλά αυτή ήταν μόνον η αφορμή, που μας οδήγησε στο χείλος της χρεοκοπίας. Οι πραγματικές αιτίες, όλες οι δομικές κακοδαιμονίες της οικονομίας και του συστήματος διοίκησης, αναδείχθηκαν μετά από αυτό. Και δεν έχουν θεραπευθεί ακόμη.

Τώρα, σαράντα τρία χρόνια μετά το πραξικόπημα που άνοιξε την πόρτα στον Αττίλα, η Βουλή των Ελλήνων στέλνει, στη Βουλή της Κύπρου, δεκαπέντε κιβώτια με έγγραφα από τον περίφημο «Φάκελο της Κύπρου», που υποτίθεται ότι εντοπίζει τις ευθύνες όσων ενέχονται στη μεγάλη προδοσία. Αλλά ποιος ζει, ποιος πεθαίνει, περιμένοντας να ανοίξει και κάποιος φάκελος για τις ευθύνες όσων οδήγησαν την χώρα στην ουσιαστική χρεοκοπία. Που είχε σαν αποτέλεσμα να της έχει επιβληθεί καθεστώς εξάρτησης και κηδεμονίας.

Ευκόλως ο κ. Τσίπρας ρίχνει, αγορεύοντας, ευθύνες στην κυβέρνηση Σημίτη. Αλλά «κάνει την πάπια» για την μοιραία διετία 2008-2009. Διότι, αν έπρεπε να τη σκαλίσει, θα έπρεπε να αναζητήσει ευθύνες όψιμων φίλων του από τον χώρο της Δεξιάς. Από τον τότε πρωθυπουργό ως τον σημερινό πρόεδρο της Δημοκρατίας, που είναι προσωπική του επιλογή. Οπότε μην περιμένετε να μάθετε τι και ποιος έφταιξε. Το γνωρίζετε άλλωστε.

 

Φόρτωση περισσότερων