skitso

Η στήλη “Καλημέρα κ. Πρόεδρε” ξεκίνησε να δημοσιεύεται στην “Ελευθεροτυπία” στις 16 Ιανουαρίου του 1984 και απευθυνόταν στον τότε πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου, αν και συχνότατα εκείνος ήταν η “πεθερά” για να τα “ακούνε” κάθε λογής “νύφες”. Από τους υπουργούς και τα στελέχη του “Κινήματος”, ως τους τοπικούς άρχοντες, τους επαγγελματίες εργατοπατέρες και τους συνήθεις δυνάστες των πολιτών, τους γραφειοκράτες. Αγαπήθηκε τόσο, ώστε ανέβασε την κυκλοφορία της εφημερίδας κατά δέκα έξη χιλιάδες φύλλα κατά μέσο όρο. Τιμήθηκε με το βραβείο δημοσιογραφίας και με συχνές αναφορές του περιεχομένου της από τους πολιτικούς ηγέτες, στη Βουλή.

Από το 1991 “μεταφέρθηκε” στον ημερήσιο περιφερειακό τύπο, οπού εξακολουθεί να δημοσιεύεται ως σήμερα.

 

Υπάρχει κάτι που χρακτηρίζει ιδιατέρως αυτή την περίοδο διακυβέρνησς της χώρας από μια «αριστερή»κυβέρνηση. Όχι μόνο την χαρακτηρίζει, αλλά την στιγματίζει. Και αυτό είναι η πλήρης διάψευση ελπίδων. Με την επιβαρυντική περίπτωση ότι αυτό το κόμμα που κατέλαβε, σχεδόν ανέλπιστα για το ίδιο, την εξουσία, δεν μπόρεσε να δώσει δικές του, «αριστερές», απαντήσεις στα προβλήματα του τόπου. Αλλά, κάτω από μια αριστερίζουσα φρασεολογία, εφαρμόζει τυφλά τις ίδιες συνταγές που εφάρμοζαν και οι άλλοι. Υλοποιεί, με ακόμη μεγαλύτερη ένταση, που φτάνει, ενίοτε δε και ξεπερνά, τα όρια της σκληρότητας, εκείνα ακριβώς τα οποία κατήγγειλε ως αντιπολίτευση.

Υπάρχει βεβαίως και μια πανευρωπαϊκή πραγματικότητα. Μια γενικευμένη διάψευση ελπίδων της Αριστεράς. Με ανάλογη εκλογική συμπεριφορά των πολιτών. Μόνο που αυτή η διαπίστωση δεν μπορεί να παρηγορήσει όσους πίστεψαν ότι, για την Ελλάδα, «Η ελπίδα έρχεται» μαζί με τον Τσίπρα και τους συντρόφους του. Όπως δεν τους παρηγορεί και η ομολογία του σημερινού πρωθυπουργού για τις «αυταπάτες» του. Είναι όμως μια πραγματικότητα άξια ιδιαίτερης προσοχής. Από την τραγική πτώση του σοσιαλιστικού κόμματος στη Γαλλία, ως την αναμενόμενη νέα ήττα των σοσιαλδημοκρατών στη Γερμανία, παρά την αρχική αισιοδοξία που συνδέθηκε με την επιλογή του Μάρτιν Σουλτς ως υποψηφίου για την Καγκελαρία.

Είναι αρκετά διαφωτιστική μια ανάλυση που κάνουν οι «Φαϊνάνσιαλ Τάϊμς» στα όσα αναδεικνύονται από τις δημοσκοπήσεις, ενόψει των γερμανικών εκλογών του Σεπτεμβρίου, για την διείσδυση της 63χρονης Καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ, σε χώρους όπου θα έπρεπε να κυριαρχούν οι καθ’ ημάς «προοδευτικές δυνάμεις». Όπως στους πολύ νέους ψηφοφόρους:

Μάλιστα, ακόμη και νέοι που το 2013 ψήφισαν τους αναρχικούς είναι έτοιμοι να της χαρίσουν την ψήφο τους: «Κάνει καλά τη δουλειά της και καμιά φορά πάει κόντρα στο κόμμα της» λέει ένας από αυτούς. Και κάπως έτσι, λένε οι δημοσκοπήσεις, οι νέοι από 18 έως 21 ετών είναι αυτοί που ψηφίζουν σε ποσοστό 57% την "γιαγιά Άνγκελα".

Και δεν είναι ήττα μόνον για τους σοσιαλδημοκράτες αυτό που συμβαίνει. Θυμηθείτε την περί ελπίδων φιλολογία που συνόδευσε την ίδρυση του κόμματος «Η Αριστερά», από τον Όσκαρ Λαφοντέν.

Τώρα η «γιαγιά Άνγκελα» τους σαρώνει, διότι αν και «γιαγιά» δεν συνηθίζει να λέει παραμύθια. Στα οποία επιμένουν οι δικοί μας, παρά τον νεότατο ηγέτη τους.

 

Έληξε την Τρίτη η προθεσμία υποβολής των στοιχείων για την αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων. Και τι έγινε; Συμφώνως προς τα κυβερνητικά στελέχη η αποχή από την διαδικασία αυτή έφθασε ...μόνο στο 70% των δημοσίων υπαλλήλων. Ενώ κατά τους εργατοπατέρες της ΑΔΕΔΥ, το ποσοστό εκείνων που αρνήθηκαν να αξιολογηθούν, ξεπέρασε το 80%.

Είτε δεχθούμε ότι είναι επτά στους δέκα, αυτοί που οχυρώνονται πίσω από το «δεν γουστάρω ρε, να με κρίνετε εσείς για την απόδοση μου, τις γνώσεις μου, τη συμπεριφορά μου», και το «ποιοι είστε ρε εσείς που θα με κρίνετε έμενα το Βασίλη τον ντερμπεντέρη, ή την Βασιλική την τσίφτισσα», είτε τους ανεβάσουμε στους οκτώ, στο ίδιο θλιβερό συμπέρασμα καταλήγουμε. Ότι δηλαδή, έχει καταστεί, από συστάσεως του ελληνικού κρατικού μηχανισμού, «κεκτημένο δικαίωμα του κλάδου», όσοι εργάζονται στον δημόσιο τομέα να έχουν κάτι σαν το παπικό αλάθητο. Να είναι υπεράνω κρίσεων και αξιολογήσεων. Όταν, όσοι εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα, κρίνονται και αξιολογούνται σε καθημερινή βάση.

Τώρα, η κυβέρνηση, που έχει αναλάβει γραπτή δέσμευση, απέναντι στους δανειστές και τους «θεσμούς», να προχωρήσει οπωσδήποτε την αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων, εμφανίζεται ενοχλημένη από την στάση της ΑΔΕΔΥ. Και η υπουργός Δημόσιας Διοίκησης Όλγα Γεροβασίλη ...ανακάλυψε «τις πταίει» για την αποτυχία του μέτρου: Η αξιωματική αντιπολίτευση. Αλλά επειδή δεν μπόρεσε να βρει ούτε μια δήλωση, προερχόμενη από την ηγεσία της ηγεσία, που να ενθαρρύνει την άρνηση αξιολόγησης, κατέφυγε στο εκπληκτικό επιχείρημα: Τους ενθάρρυνε, λέει, «σιωπηρά».

Και, φυσικά, ακούσαμε τα συνήθη φληναφήματα. Ότι η αξιολόγηση, όταν επιχειρήθηκε από την κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου, με υπουργό τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ήταν «φτου κακά». Ενταγμένη σε νεοφιλελεύθερες καπιταλιστικές αντιλήψεις. Ενώ τώρα είναι καλή και άγια. Έχει ...ηθικό πλεονέκτημα. Διότι είναι, τάχατες, «αριστερή».

Κακά τα ψέματα. Σε ολόκληρο τον πολιτισμένο δημοκρατικό κόσμο, η αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων, των εκπαιδευτικών, όλων των «λειτουργών», είναι μια αυτονόητη υποχρέωση. Μόνον εδώ η άρνηση αξιολόγησης έχει αναχθεί σε ...αντιστασιακή πράξη. Και αυτό συνιστά ένα από τα θλιβερά «επιτεύγματα» των κομμάτων της ευρύτερης Αριστεράς. Στο οποίο, ο ΣΥΡΙΖΑ, είχε ιδιαίτερη επίδοση όταν βρισκόταν στην αντιπολίτευση.

Έσπειραν, επί χρόνια, ανέμους. Και τώρα τους φταίνε οι άλλοι, για το ότι θερίζουν θύελλες.

 

Αγαπητέ και κατά τα λοιπά συμπαθέστατε γείτονα Κωστα Γαβρόγλου, ειλικρινώς στενοχωρούμαι με αυτά που διαβάζω. Όχι τόσον επειδή δεν υπηρετήσατε τη θητεία σας. Δεν είστε δα ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος, από αυτό που ονομάζουμε «πολιτικό δυναμικό της χώρας» -και ακόμη περισσότερο από το καλούμενο ως «πολιτιστικό δυναμικό»- που αξιοποίησε τα «παραθυράκια» της νομοθεσίας, ώστε να αποφύγει την στράτευση. Ούτε ο μόνος που κατέλαβε και υπουργικό αξίωμα, ενώ ακόμη και για να διορισθεί κάποιος ως κλητήρας στο δημόσιο, είναι, κατά νόμον, «προαπαιτούμενο» να έχει εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις.

Άκουσα όσα είπατε στη Βουλή, υπερασπιζόμενος την νομοθετική ρύθμιση που εισηγηθήκατε, για την αφαίρεση του προνομίου να σηκώνουν την σημαία, στις σχολικές παρελάσεις, οι άριστοι στις επιδόσεις. Και επειδή συνέπιπτε με όσα έγραψα και εγώ, υπερασπιζόμενος το δικαίωμα στη φιλοπατρία όλων των Ελληνόπουλων, ακόμη και εκείνων που δεν είναι τόσο «σπασικλάκια» όπως ήταν π.χ. ο γιος μου σε όλη τη μαθητική του θητεία, χάρηκα που ο γείτονας μου, με τον οποίο έχουμε πιει ένα ποτηράκι, είπε τα ακόλουθα:

«Για εμάς η σημαία δεν πρέπει να είναι βαθμολογικό έπαθλο. Όλοι έχουν δικαίωμα να την κρατούν, όπως και υποχρέωση να την υπερασπίζονται». «Στρατό δεν πάνε μόνον οι άριστοι μαθητές, πάνε όλοι, ανεξάρτητα από τις επιδόσεις τους».

Όλα αυτά αποδείχθηκαν, μέσα σε λίγες ώρες, «πολύ ωραία για να είναι και αληθινά». Διότι αποδείχθηκε ότι εσείς, προσωπικώς, αποφύγατε αυτό που αποδέχεσθε ως υποχρέωση όλων. Νομοτύπως βεβαίως. Δεν κάνατε καμιά παρανόμια. Αλλά εδώ επανέρχεται το καταγεγραμμένο ως «Βουλγαράκειο δίλημμα». Το κατά πόσον δηλαδή «ό,τι είναι νόμιμο είναι και ηθικό» για ένα δημόσιο πρόσωπο. Και δη για κορυφαίο στέλεχος της εκάστοτε εξουσίας.

Ειλικρινώς απορώ και εξίσταμαι. Τι τις θέλατε όλες αυτές τις πατριωτικές κορώνες, ως περιγραφή προϋποθέσεων, προκειμένου κάποιος να έχει το δικαίωμα να σηκώσει τη σημαία, όταν βάσει αυτών των προδιαγραφών, εσείς ο ίδιος αποκλείεσθε αυτού του δικαιώματος;

Εκ των υστέρων, κάποια κυβερνητικά παπαγαλάκια, πάνε να εμφανίσουν την επιλογή σας να εξαγοράσετε την υποχρέωση θητείας, επί οκτάμηνο (ως φοιτητής εξωτερικού, ενώ για τους άλλους ήταν 24μηνη) ως ...αντιστασιακή επιλογή, επειδή αυτό συνέβη το 1971. Έλεος. Όσοι αφήσαμε αίμα και δόντια στα ειδικά στρατόπεδα εκείνης της περιόδου, ανατριχιάζουμε.

 

 

Ένα από τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, που όμως είτε ξέχασαν, είτε υποκριτικώς παρέλειψαν να το περιλάβουν, στα αναγνωρισμένα από τη σχετική διακήρυξη του ΟΗΕ δικαιώματα, είναι εκείνο της ...νόμιμης κοπάνας. Από την εργασία για τους μεγάλους, από τα μαθήματα για τους μικρούς. Της νόμιμης κοπάνας που προσφέρεται από το κράτος επ’ ευκαιρία διαφόρων επετείων και εορτών. Εθνικών, θρησκευτικών, τοπικών.

Όλοι θυμόμαστε, με πόση λαχτάρα περιμέναμε, ως μαθητές, μετά τις διακοπές των Χριστουγέννων, την επόμενη επίσημη σχολική αργία. Την εορτή των Τριών Ιεραρχών, στις 30 Ιανουαρίου. Και το θεωρούσαμε μεγάλη ...γκαντεμιά, αν συνέβαινε η εορτή αυτή να πέσει Κυριακή, οπότε χάναμε μια «κοπάνα», όχι από το σχολείο –αφού ήταν υποχρεωτική η παρουσία στον εκκλησιασμό- αλλά από το μάθημα. Το ίδιο συνέβαινε σε τοπικό επίπεδο με τις εορτές του Αγίου Διονύσιου του Αρεοπαγίτη στην Αθήνα, του Αγίου Νικόλαου στον Πειραιά, του Αγίου Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη, της Υπαπαντής στην Καλαμάτα, του Αγίου Ανδρέου στην Πάτρα κλπ. Έστω και αν μας ξίνιζε αυτός ο υποχρεωτικός εκκλησιασμός.

Τώρα, με τις νέες ρυθμίσεις που αποφάσισε η κυβέρνηση, κινδυνεύουμε να βρεθούμε μπροστά σε ένα κομφούζιο. Διότι η απόφαση, για το αν θα είναι, ή όχι, αργία, π.χ. η εορτή του Αγίου Ευστρατίου στη Λέσβο, στις 13 Δεκεμβρίου, επαφίεται στην κρίση του συλλόγου των διδασκόντων. Και μπορεί να δείτε στο Πλωμάρι ο σύλλογος των διδασκόντων να «αναγνωρίζει» την τοπική θρησκευτική εορτή, αλλά στην Αγιάσο ή την Λήμνο, ένας σύλλογος διδασκόντων με πιο ...επαναστατική σύνθεση να την απορρίπτει ως απαραδέκτως «παπαδίστικη».

Ο υποχρεωτικός εκκλησιασμός ενείχε πάντοτε το στοιχείο της υποκρισίας. Πόσο μάλλον τώρα, όταν σε πλείστα σχολεία της χώρας είναι ιδιαιτέρως ισχυρό το ποσοστό των μαθητών, παιδιών προσφύγων και οικονομικών μεταναστών, που δεν ανήκουν στο σώμα των ορθοδόξων χριστιανών μαθητών. Είναι άλλο πράγμα όμως η κατάργηση του υποχρεωτικού εκκλησιασμού και άλλο της αργίας. Και δεν είναι ιδιαιτέρως φρόνιμο να εξωθούνται οι μαθητές σε «εξεγέρσεις» επειδή τους ...κλέβουν μια κοπάνα.

Μην αμφιβάλλετε ότι αυτό θα γίνει αν, σε μια πόλη, επί τη εορτή του πολιούχου, αργούν οι δημόσιες υπηρεσίες και οι τράπεζες, αλλά επιχειρηθεί να λειτουργήσει το τοπικό λύκειο. Αναγνωρίζεται δηλαδή το δικαίωμα στη νόμιμη κοπάνα για τους ενήλικες, αλλά αφαιρείται από του μαθητές. Αφορμές για μπάχαλο θέλετε;

 

Απέφυγα να σχολιάσω την αλλαγή στα ισχύοντα περί των σημαιοφόρων στις παρελάσεις, με την κατάργηση του προνομίου των αρίστων και την ανάδειξη των σημαιοφόρων μέσω κληρωτίδος. Παρά το γεγονός ότι όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης καταδίκασαν το μέτρο ως στρεφόμενο κατά της αριστείας. Το απέφυγα διότι έχω τελείως άλλο σκεπτικό από τις κορώνες που άκουσα δια στόματος εκπροσώπων των κομμάτων. Το δικό μου σκεπτικό είναι ότι η άριστη βαθμολογική επίδοση ενός μαθητή, δεν τον καθιστά αυτομάτως και περισσότερο φιλόπατρι από κάποιον άλλο που πήρε π.χ. μικρότερο βαθμό στην αριθμητική ή την γυμναστική.

Τα αγράμματα παιδιά της Μουσουνίτσας Φωκίδος, των Σχινοκάψαλων Λασιθίου, της Νέας Σάντας Κιλκίς, τον Χάρακα Λακωνίας η της Βρύσας Λέσβου, που άφησαν τα κόκκαλα τους στην πρώτη γραμμή, στο Εσκί Σεχίρ της Μικράς Ασίας το 22, η στο Τεπελένι του αλβανικού μετώπου το 40, ίσως ήταν πιο άξια να σηκώνουν την σημαία, από κάποιους σπουδαγμένους, που οι γνωριμίες, τα «μέσα», τους εξασφάλιζαν μια θέση στην ασφάλεια των μετόπισθεν. Και ο άνευ ουδενός πτυχίου τυπογράφος Αντώνης Αντωνίου, από την Κοκκινιά, ήταν ασφαλώς πιο άξιος, ως αγωνιστής κατά της δικτατορίας, από τον εσμό των ακαδημαϊκών, που επευφημούσαν τον Παπαδόπουλο.

Αλλά αυτό που επιχειρείται τώρα να επιβληθεί, με την κατάργηση έπαρσης σημαίας και της ωδής του εθνικού ύμνου σε όλα τα σχολεία, δεν καταπίνεται με τίποτε. Δεν πρόκειται να χρησιμοποιήσω χαρακτηρισμούς, που δεν με εκφράζουν. Θα πω μόνον ότι η διάταξη αυτή, αγαπητέ κ. Γαβρόγλου, δεν πρόκειται να σταθεί. Αν μη τι άλλο, διότι είναι ευθέως αντισυνταγματική. Και επειδή ενδεχομένως έχει διαφύγει της προσοχής σας, θα σας θυμίσω ποιος είναι, κατά το Σύνταγμα μας, που δεν αλλάζει με υπουργικές αποφάσεις, ο σκοπός της Παιδείας:

«Η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες». (Άρθρο 16, παράγραφος 2).

Όταν και αν αποκτήσετε τέτοια πλειοψηφία που θα σας επιτρέπει να ψηφίσετε άλλο Σύνταγμα, κάντε ό,τι νομίζετε. Τώρα είστε υποχρεωμένοι να σεβασθείτε αυτό που έχουμε. Και να πάρετε την «εξυπνάδα» σας πίσω. Αμέσως. Πριν καταπέσει, με προσφυγή στα ακυρωτικά δικαστήρια.

 

Φόρτωση περισσότερων