skitso

Η στήλη “Καλημέρα κ. Πρόεδρε” ξεκίνησε να δημοσιεύεται στην “Ελευθεροτυπία” στις 16 Ιανουαρίου του 1984 και απευθυνόταν στον τότε πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου, αν και συχνότατα εκείνος ήταν η “πεθερά” για να τα “ακούνε” κάθε λογής “νύφες”. Από τους υπουργούς και τα στελέχη του “Κινήματος”, ως τους τοπικούς άρχοντες, τους επαγγελματίες εργατοπατέρες και τους συνήθεις δυνάστες των πολιτών, τους γραφειοκράτες. Αγαπήθηκε τόσο, ώστε ανέβασε την κυκλοφορία της εφημερίδας κατά δέκα έξη χιλιάδες φύλλα κατά μέσο όρο. Τιμήθηκε με το βραβείο δημοσιογραφίας και με συχνές αναφορές του περιεχομένου της από τους πολιτικούς ηγέτες, στη Βουλή.

Από το 1991 “μεταφέρθηκε” στον ημερήσιο περιφερειακό τύπο, οπού εξακολουθεί να δημοσιεύεται ως σήμερα.

 

Μια μικρή είδηση, από πολύ μακριά, που όμως μας ενδιαφέρει ιδιαιτέρως: «Πέθανε σε ηλικία 83 ετών ο αμερικανός κατά συρροή δολοφόνος Τσαρλς Μάνσον, όπως μετέδωσαν την Κυριακή τα αμερικανικά ΜΜΕ και αξιωματούχοι της σωφρονιστικής υπηρεσίας της Καλιφόρνιας».

Και γιατί να μας ενδιαφέρει αυτή η αμερικανική είδηση; Τι σκασίλα είχαμε εμείς για τον θάνατο αυτού του στυγερού εγκληματία, που υπήρξε –ένας ακόμη- από αυτούς που ιδρύουν διάφορες θρησκευτικές η σαφηνιστικές σέχτες στις Ηνωμένες Πολιτείες; Που «θυσίασε» τόσους ανθρώπους που κρατούσε αιχμαλώτους στο «κάστρο» του, μεταξύ των οποίων και την 26χρονη ηθοποιό Σάρον Ταίητ, σύζυγο του σκηνοθέτη Ρομάν Πολάνσκι, που ήταν οκτώ μηνών έγκυος και την όποια η «ιέρειες» του Μάνσον κατέσφαξαν με 16 μαχαιριές;

Είναι διότι χρειάζεται, κάποιες φορές, να κάνουμε συγκρίσεις. Για να αντιληφθούμε πως αντιλαμβάνονται άλλοι τις καταδίκες των εγκληματιών και πώς τις αντιμετωπίζουμε εμείς.

Τα εγκλήματα του Μάνσον έγιναν το 1969. Και το 1971, δηλαδή πριν από 46 χρόνια, ο Μάνσον καταδικάσθηκε σε θάνατο, με την ποινή του να μετατρέπεται αργότερα σε ισόβια, όταν η θανατική ποινή καταργήθηκε στις περισσότερες πολιτείες των ΗΠΑ. Εξέτισε λοιπόν 56 χρόνια κάθειρξης, χωρίς… αδειούλες και χωρίς χαριστικές μειώσεις ποινής. Ούτε για αποσυμφόρηση των φυλακών της Καλιφόρνια, ούτε για επίδειξη επιεικείας.

Αν θέλετε να κάνετε συγκρίσεις δείτε αν υπάρχει στις ελληνικές φυλακές έστω και ένας από τους διαβόητους «σατανιστές της Παλλήνης». Σκεφτείτε πρωτίστως αν τα δικά τους εγκλήματα ήταν λιγότερο αποτρόπαια από εκείνα του Μάνσον: Θύματα τους ήταν η 14χρονη Θεοδώρα Συροπούλου (αφού τη στραγγάλισαν τον Αύγουστο του 1992 στο Κορωπί, ασέλγησαν στο πτώμα και το έκαψαν) και η 28χρονη Γαρυφαλλιά Γιούργα, μητέρα δύο παιδιών (ένα χρόνο μετά τη Συροπούλου, τη βίασαν και την σκότωσαν συνθλίβοντας το κεφάλι της με πέτρα για να μην αναγνωρίζεται). 

Πρώτη αποφυλακίσθηκε η Μαργέτη, που ήταν το «δόλωμα» για να προσεγγίσουν τα δύο θύματα. Εν συνεχεία ο συναυτουργός Δημητροκάλης και πέρυσι, λίγο πριν από τα Χριστούγεννα, ο 45χρονος πια αρχηγός της ομάδας Ασημάκης Κατσούλας. Τα δις ισόβια και δέκα χρόνια, έληξαν σε …23 χρόνια.

Μήπως είναι καιρός να αλλάξουμε την περίφημη «σωφρονιστική» μας πολιτική για την προστασία της κοινωνίας, αποδεχόμενη ότι από την ανετότερη διαβίωση των δολοφόνων στα κελιά, προέχει η ζωή των αθώων, πιθανών θυμάτων;

 

Ανδρωθήκαμε με τις συστάσεις των γονιών και των δασκάλων μας ότι πρέπει να είμαστε φιλότιμοι. Διότι, όπως μας έλεγαν, το φιλότιμο είναι εθνικό γνώρισμα του Έλληνα. Εθνικό «προϊόν». Όπως η ελιά και η σταφίδα. Ίσως, σε κάποιο βαθμό, να είχαν δίκιο. Διότι, εκείνοι που μας έκαναν αυτές τις διδαχές, είχαν, κυρίως, κατά νου τον εαυτό τους. Απλοί άνθρωποι. Ενίοτε και αγράμματοι, σαν την Μάνα μου. Που σέβονταν τις κοινωνικές αξίες με τις οποίες είχαν γαλουχηθεί και οι ίδιοι.

Τώρα βρισκόμαστε στην εποχή της πλήρους …εθνικής αφιλοτιμίας. Της ενδημούσης. κατ’ εξοχήν, στα άνω δώματα του πολίτικου μας συστήματος. Τόσο ώστε να έχουμε πλέον συνηθίσει στην επίδειξη αυτής της αφιλοτιμίας. Τυπική εκδήλωση της οποίας είναι το γεγονός πως, ό,τι και αν συμβαίνει, όσο τραγικό και να είναι, όποιος και αν ευθύνεται για οποιαδήποτε ενέργεια ή παράλειψη του, να μην έχουμε καμία παραίτηση. Όλοι να παραμένουν γαντζωμένοι, με νύχια και με δόντια, στις καρέκλες τους. Όσο για τις ευθύνες, …πέρα βρέχει.

Πείτε μου, σας παρακαλώ, σε ποια άλλη ευρωπαϊκή χώρα, μη έχουσα καταχωρήσει το φιλότιμο ως ΠΟΠ προϊόν της, θα συνέβαινε να μην υπάρχει ούτε μια παραίτηση, για τις ακόλουθες περιπτώσεις:

*** Να χάνονται στα λασπόνερα δέκα έξη ζωές, (ελπίζω να μην αυγατίσει ο αριθμός των θυμάτων ως την δημοσίευση της στήλης) επειδή δεν εφαρμόσθηκε ένα σχέδιο που υπήρχε, για την αντιπλημμυρική προστασία μιας περιοχής. Και οι έχοντες την ευθύνη γι’ αυτό, όπως π.χ. η περιφερειάρχης Αττικής κ. Δούρου, να περιφέρονται στον τόπο της τραγωδίας, για να προβάλλουν τηλεοπτικώς την …ευαισθησία τους.

*** Να πιάνεται στον ύπνο το υπουργείο «Προστασίας του Πολίτη», να καταλαμβάνουν το Πολυτεχνείο οι «αντιεξουσιαστές», επειδή ουδείς έκανε το αυτονόητο, αυτό που θα έκανε οποιοσδήποτε απλός άνθρωπος με κοινό νου, έχοντας υπόψη του τι συμβαίνει κάθε χρόνο: Να πάρει εγκαίρως τα μέτρα του.

*** Να καταδικάζεται υπουργός από δικαστήριο, έστω σε χρηματική ποινή 16.500 ευρώ, για την προτροπή του να …λυντσάρουν οι οπαδοί του ένα δήμαρχο. Μετά από τέσσερα χρόνια, εκδόθηκε επιτέλους αυτή η απόφαση, κατά του κ. Πάνου Καμμένου. Αλλά, τόσο ο ίδιος, όσο και εκείνος που τον έκανε συνεταιράκι του, διαπιστώνουν, απλώς ότι …ψιχαλίζει!!!

Που να το χωρέσει το μυαλό μας τέτοιο …πλεόνασμα «εθνικής φιλοτιμίας»…

 

Στη δεκαετία του 80 έδωσα αναρίθμητες συνεντεύξεις σε έντυπα, αλλά και σε ραδιοφωνικούς σταθμούς, μετά την άνθιση της «ελεύθερης ραδιοφωνίας». Και μία από τις επαναλαμβανόμενες ερωτήσεις ήταν για το καταγεγραμμένο γεγονός ότι αρνήθηκα όλες τις προτάσεις που μου είχαν γίνει, πριν βεβαίως από την διαγραφή μου από το ΠΑΣΟΚ, να αναλάβω την ευθύνη είτε της ΕΡΤ, είτε του Αθηναϊκού Πρακτορείου Ειδήσεων. Όποια απάντηση και αν έδινα, πολλοί ήταν εκείνοι που με κατηγόρησαν ότι απλώς ήμουν …ευθυνόφοβος και δεν ήθελα να υποστώ την δοκιμασία της «ηλεκτρικής καρέκλας» όπως χαρακτήριζαν την διοίκηση της ΕΡΤ.

Η δίκη μου θέση ήταν, και παραμένει, πως ο μαχόμενος δημοσιογράφος δεν έχει καμία δουλειά να στρατεύεται σε τέτοια μέσα ενημέρωσης, όσο αυτά δεν είναι πραγματικώς αυτοτελή και ανεξάρτητα, απαλλαγμένα από τον ασφυκτικό έλεγχο των εκάστοτε κυβερνώντων. Πώς να το κάνουμε; Η ΕΡΤ ουδέποτε υπήρξε …BBC. Ένας πραγματικός δημοσιογράφος ούτε θα έγραφε, ούτε θα επέτρεπε να δημοσιευθεί ένα τέτοιο κείμενο:

«Μια ευχάριστη έκπληξη περίμενε τον μεγάλο μας ηγέτη στο χωριό …. Κάτοικοι του χωριού συγκεντρώθηκαν σε ένα σημείο του δρόμου από όπου θα περνούσε ο μεγάλο μας ηγέτης και σταμάτησαν την πομπή των αυτοκινήτων εκφράζοντας την επιθυμία να τον δουν από κοντά και να μιλήσουν μαζί του.

Στα χέρια τους κρατούσαν λουλούδια και μόλις ο μεγάλος μας ηγέτης κατέβηκε από το αυτοκίνητο τον αγκάλιασαν και του πρόσφεραν ανθοδέσμες λέγοντάς του: «Σε περιμέναμε πολύ  ώρα».

Μία γυναίκα τού είπε: «Σε ευχαριστούμε πολύ γι αυτά που είπες χθες το βράδυ» Ο μεγάλος μας ηγέτης συνομίλησε μαζί τους, τούς ρώτησε πώς περνούν στην περιοχή, ενώ οι κάτοικοι δεν τον άφηναν να φύγει.

Μία άλλη κυρία τον κάλεσε να πάει σε ένα σπίτι όπου στο μπαλκόνι καθόταν ηλικιωμένος ο οποίος ήθελε πολύ να συναντήσει τον μεγάλο μας ηγέτη αλλά δεν μπορούσε να περπατήσει, όπως και έγινε».

 

Όχι, δεν είναι κείμενο που εκφώνησε, με τα σάλια της να τρέχουν από την διατεταγμένη χαρά της, η γνωστή εκφωνήτρια του καθεστώτος της Βόρειας Κορέας. Είναι …ενημερωτικό «δημοσιογραφικό» κείμενο του ΑΠΕ για την επίσκεψη του πρωθυπουργού στην Ξάνθη. Απλώς, άλλαξα το όνομα του. με το «μεγάλος ηγέτης», για να διευκολύνω την εκφωνήτρια της Πιόνγκ-Γιανγκ.

Με περισσότερο γλείψιμο, πεθαίνεις ξερνώντας.

 

Έλεος πια. Ναι, οι περισσότεροι από τους συνάνθρωπους μας που χάθηκαν από την πλημμύρα στη Δυτική Αττική, είναι αδικοχαμένοι. Αν όλοι είχαμε κάνει το σωστό, εγκαίρως, κάποιοι από αυτούς θα είχαν σωθεί. Επομένως όλοι έχουμε ευθύνες. Όχι μόνον η Πολιτεία, με την έννοια της κεντρικής, της κυβερνητικής εξουσίας. Αλλά και οι περιφερειακώς και τοπικώς διοικούντες. Χωρίς να είμαστε άμοιροι ευθυνών και οι ίδιοι οι πολίτες. Όσοι μπαζώσαμε ρέματα για να κτίσουμε. Όσοι αντιμετωπίσαμε με πρακτική αδιαφορία την εξαφάνιση των δένδρων από τις πυρπολήσεις των οικοπεδοφάγων. Όσοι, εκεί που είχαμε αδεία –αν είχαμε- για ένα μικρό υπόγειο, ως χώρο αποθήκευσης, το κάναμε «κατοικία», για να παραχώσουμε τον παππού ή την γιαγιά. Τα ευκολότερα θύματα αυτής της νεροποντής.

Έλεος πια. Όχι άλλη πολιτικολογία, ένθεν κακείθεν, πάνω από τα πτώματα. Θεομηνίες συμβαίνουν παντού. Σε όλο τον κόσμο. Και ενίοτε με πολλά θύματα. Κάποια είναι αναπόφευκτα. Διότι ο άνθρωπος, όσο και αν βαυκαλίζεται, λόγω των τεχνικών επιτευγμάτων του, παραμένει, εν πολλοίς, αδύναμος έναντι των ισχυρών φυσικών φαινομένων, όπως οι σεισμοί και οι καταιγίδες. Εκεί που πρέπει να εστιάζουμε την προσοχή μας είναι σε δυο επίπεδα:

Πρώτον, στην άμεση και ουσιαστική ανακούφιση των πληγέντων. Χωρίς να τους εμπαίζει η εκάστοτε εξουσία με παροχές-ψιχία, για την χορήγηση των οποίων διαμορφώνει συνήθως ένα τερατώδες γραφειοκρατικό πλαίσιο προϋποθέσεων. Να κινητοποιηθούν, κυβέρνηση και περιφέρεια, (υπό την άλλοτε λαλίστατη κ. Δούρου, που τάχα θα έλυνε σε έξη μήνες το αντιπλημμυρικό πρόβλημα της Άτοκης) για την αξιοποίηση κάθε πόρου από τα προβλεπόμενα κονδύλια αρωγής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αλλά και να διατεθεί μέρος του «περισσεύματος», αντί για ψηφοθηρία στα θολά νερά της πολίτικης, στην ενίσχυση εκείνων που επλήγησαν από τα πραγματικώς θολά νερά των χειμάρρων.

Δεύτερον, στην κατάρτιση, επιτέλους, ενός ρεαλιστικού πολυετούς προγράμματος, για την κατά το δυνατόν αποκατάσταση του φυσικού περιβάλλοντος, ώστε στις επόμενες καταιγίδες να μην έχουμε τόσα θύματα. Με αναδασώσεις για την συγκράτηση των εδαφών. Με διάνοιξη των ρεμάτων που μπαζώθηκαν. Όχι μόνον στην Αττική αλλά πανελλαδικώς. Χωρίς δισταγμούς και πελατειακά ρουσφέτια όταν απαιτείται κατεδάφιση αυθαιρέτων.

Έλεος πια. «Όχι άλλο κάρβουνο» που έλεγε και ο Κούρκουλος στο «Ορατότης μηδέν». Δουλειά με σχέδιο, τουλάχιστον δεκαετές, και υπευθυνότητα στην εφαρμογή του, χρειάζεται. Όχι ακατάσχετες δηλώσεις. Από λόγια …πλημμυρίσαμε πια.

 

Είναι αλήθεια ότι δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια μου, καθώς σας άκουγα, στο βραδινό τηλεοπτικό μήνυμα σας κ. Πρόεδρε. (Μας έχουν πρήξει οι απόστολοι της «νέας δημοσιογραφίας» να το χαρακτηρίζουν ως «διάγγελμα», ενώ διάγγελμα απευθύνει προς τον λαό μόνον ο, κατά το σύνταγμα, ανώτατος άρχων της χώρας. Δηλαδή ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Οι εκάστοτε πρωθυπουργοί απευθύνουν μηνύματα). Μόνο που, φευ, δεν ήταν δάκρυα συγκίνησης από την επίδειξη της «κοινωνικής ευαισθησίας» σας, να μοιράσετε «μποναμάδες» σε εκείνους που και η δίκη σας κυβέρνηση έχει καταληστέψει. Συμπαθάτε με, άλλα ο μόνος λόγος για τον όποια έτρεχαν τα δάκρυα, ήταν το άτιμο το συνάχι που με τριγυρίζει.

Διαφορετικώς, απλώς θα σάρκαζα. Ενθυμούμενος αυτό που, ευστόχως, σχολίασε και το «Ποτάμι». Ότι δηλαδή και άλλοι κατέφυγαν στην πρακτική να μοιράζουν επιταγές, προσδοκώντας ότι θα τις εξαργυρώσουν σε ψήφους, αλλά γελάσθηκαν. Επειδή τότε ήσασταν ακόμη πολύ μικρός, μόλις στην πρώτη δημοτικού, να σας θυμίσω τι ακριβώς είχε συμβεί:

Την Άνοιξη του 1981, ο τότε πρωθυπουργός Γεώργιος Ράλλης, έχοντας επίγνωση του τεράστιου ρεύματος που εκδηλωνόταν υπέρ του ΠΑΣΟΚ, επιχείρησε να ανακτήσει το χαμένο έδαφος με μια κίνηση σαν τη δίκη σας. Επιδόθηκε σε μοίρασμα «επιταγών της ΕΟΚ». Δηλαδή των πρώτων κοινοτικών επιδοτήσεων, μετά την ένταξη μας στην τότε «Κοινή Αγορά», προς τους αγρότες. Αλλά οι αγρότες, πήραν μεν τις επιταγές του, αλλά ψήφισαν πανηγυρικώς τον Ανδρέα.

Τώρα και εσείς, μόλις εικοσιτέσσερις ώρες, μετά από την επιβεβαίωση του γεγονότος ότι υπάρχει ένα λαϊκό ρεύμα υπέρ της συγκρότησης ενός σοβαρού πόλου της Κεντροαριστεράς, σπεύσατε να το ρίξετε στη μοιρασιά μποναμάδων. Υποτιμώντας βαθύτατα την νοημοσύνη των πολιτών. Ως να μη διαθέτουν ούτε μνήμη ούτε κρίση. Να μην αντιλαμβάνονται δηλαδή ότι είναι κοροϊδία να αρπάζεις από κάποιον ένα κομμάτι των αποδοχών του, κάθε μήνα, κάθε μέρα, με την υπερφορολόγηση, την υποβάθμιση των αμοιβών εργασίας και τις συνέχεις περικοπές των συντάξεων, και να του δίνεις, μια φορά το χρόνο, ως …αντιπαροχή, ένα ψίχουλο, έναντι εκείνων που του λεηλάτησες.

Αν μελετήσετε καλύτερα την πολιτική μας ιστορία, θα διαπιστώσετε ότι η πολιτική τέτοιων παροχών, ουδένα έσωσε. Όποιοι τις έπαιρναν, έλεγαν απλώς: Άντε τώρα να δούμε τι έχουν να μας δώσουν και οι άλλοι. Όπερ θα συμβεί και στην περίπτωση σας.

 

Φόρτωση περισσότερων